|
ΛΕΞΙΚΟ ΟΡΩΝ ΤΗΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ |
Μετάφραση του όρου : Establish (to)
- Ελληνικά : Εγκαθιδρύω, Εγκαθίσταμαι, Θεσπίζω, Ιδρύω εταιρία, Ριζώνω, Συστήνω εταιρία
- Γαλλικά : Établir (une entreprise), Implanter (s'), Instaurer
- Γερμανικά : begleichen, eine Firma gründen, Empfehlen eine Firma, Erlassen, Gründen, Radicals
Επιστροφή