ΛΕΞΙΚΟ ΟΡΩΝ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

Βιομηχανικός όμιλος
Βιομηχανοποιημένη χώρα
Βιοποριστικό μέσο
Βιοτεχνικό επιμελητήριο
Βιοτικό επίπεδο
Βιοφυσική
Βίωμα
Βιώσιμη ανάπτυξη
Βιώσιμη, αειφόρος ανάπτυξη
Βιώσιμος
Βιωσιμότητα
Βλάβη
Βλάβη δικτύου
Βλάπτω
Βλάστηση
Βλέπω
Βλέπω σε κάτι

Επιστροφή