ΛΕΞΙΚΟ ΟΡΩΝ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

Φυγόδικος
Φύλακας αλιείας
Φύλακας κτιρίου
Φυλακή
Φυλακή (καθομιλ.)
Φυλακίζω εκ νέου
Φυλάκιση
Φύλαξη
Φυλασσόμενη διάβαση
Φυλάσσω
Φυλάω κοπάδι
Φυλετικές διακρίσεις
Φυλετικός
Φυλετικός διαχωρισμός
Φυλή
Φυλλάδιο
Φύλλο (πόρτας)

Επιστροφή